Search fooditerranean

Tuesday, August 8, 2017

Η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας του σήμερα




Το έλλειμα ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας αποτελεί τροχοπέδη για την ελληνική ανάπτυξη. Το μνημόνιο και τα μέτρα που το συνοδεύουν εξασθένησαν δραματικά την ικανότητα των ελληνικών επιχειρήσεων να σταθούν ικανοποιητικά στις διεθνείς αγορές. 

ΟΡΙΣΜΟΣ

Ο όρος σχεδόν πάντα εκφράζεται λανθασμένα. Το European Competiteveness Report (ΕCR) δεν ορίζει καν την έννοια, ενω ο Michael Porter θεωρεί ότι η μόνη έννοια που μπορεί να σχετιστεί με την ανταγωνιστικότητα σε επίπεδο χώρας είναι η παραγωγικότητα.  Ωστόσο θα δούμε πιο κάτω ότι είναι αρκετά περισσότερα από αυτή.  Ένας απλούστερος ορισμός της ανταγωνιστικότητας είναι η ικανότητα μιας οικονομίας να παράγει και να πωλεί προϊόντα και υπηρεσίες στις διεθνείς αγορές επιτυγχάνοντας την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της. Η ανταγωνιστικότητα αποτελεί ένα θεμελειώδες κριτήριο επιτυχίας μιας επιχείρησης ή μιάς χώρας. Επιτυγχάνεται αναπτύσσοντας συγκεκριμένους παράγοντες της οικονομίας.

Πως όμως προσδιορίζεται η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας σήμερα;
Με βάση την κατάταξη του Παγκόσμιου δείκτη ανταγωνιστικότητας, η Ελλάδα βρίσκεται στην 86 θέση ανάμεσα σε 136 χώρες παγκοσμίως, χάνοντας 5 θέσεις από την τελευταία χρονιά (2015-2016).  Βρίσκεται κάτω από όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και από χώρες όπως η Νάμπια, η Ρουάντα, η Μποτσουάνα, η Ουκρανία.  Κάτω από την Ελλάδα βρίσκονται κυρίως αναπτυσσόμενες χώρες της Αφρικής ή της Λατινικής Αμερικής. 

Σύμφωνα με το ECR οι πιο προβληματικοί παράγοντες για την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα είναι κυρίως πολιτικοί παράγοντες και ως συνέπεια  εκείνοι που αφορούν την δημοσιονομική και εν γένει οικονομική πολιτική της χώρας. Επίσης υπολείπεται κατά πολύ στο μακροοικονομικό περιβάλλον (δυνατότητα δανεισμού, αποταμίευσης και δημόσιο χρέος) και στην  ανάπτυξη της χρηματοπιστωτικής αγοράς που αφορά τις τραπεζικές συναλλαγές.

Τα σημεία που η αξιολόγηση αγγίζει τον μέσο όρο της Ευρώπης, τα οποία αποτελούν και τα καλύτερά μας σημεία, αφορούν κυρίως τις κατασκευαστικές δομές δηλαδή τα μέσα συγκοινωνίας.  Ένα άλλο στοιχείο είναι το επίπεδο υγείας και η βασική εκπαίδευση (αν και το σχετικό σκόρ της ποιότητας είναι αρκετά χαμηλό). 

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ 

Σύμφωνα με το  Global Competiveness Report η ανταγωνισιτικότητα μιας χώρας στηρίζεται στους παρακάτω πυλώνες:
  1. Οργανισμοί
  2. Υλικοτεχνικές Δομές
  3. Μακροοικονομικό περιβάλλον
  4. Υγεία και βασική εκπαίδευση
  5. Ανώτερη εκπαίδευση και εξειδίκευση
  6. Αποτελεσματικότητα της αγοράς αγαθών
  7. Αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας
  8. Χρηματοπιστωτική αγορά
  9. Τεχνολογική ετοιμότητα
  10. Μέγεθος αγοράς
  11. Ποιότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας
  12. Καινοτομία

ΕΞΑΓΩΓΕΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ

Η ανταγωνιστικότητα μιας χώρας διαφέρει ουσιαστικά από την παραγωγικότητα, και σχετίζεται άμεσα με το διεθνές εμπόριο, εκφράζοντας την δυνατότητά της να εξάγει αποτελεσματικά τα προϊόντα της. 


Το έλλειμα στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, συνεχίζει να αυξάνει ανερχόμενο το 2016 στα  €18.774,08 εκατ. παρουσιάζοντας αύξηση από τον προηγούμενο χρόνο κατά 5,5%. Αξιοσημείωτο είναι ότι τόσο οι εισαγωγές μας όσο και οι εξαγωγές μας συνδέονται στενά με την Ε.Ε. Πιο συγκεκριμένα για το 1ο 5μηνο του 2017 οι εισαγωγές μας σε τρίτες χώρες ανέρχονται στο 52% του εμπορικού μας ισοζυγίου, ενώ οι εξαγωγές μας σε τρίτες χώρες στο 46%.  

Το εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας 2015-2017


Για πολλούς λόγους είναι σημαντική η ωρίμανση της εξαγωγικής δραστηριότητας της Ελλάδας και η απεξάρτησή της από τις αγορές της Ε.Ε.  Η επίτευξη ενός τέτοιου στόχου θα απεγκλωβίσει την Ελλάδα από την εμπορική της εξάρτηση της από την Ε.Ε., σημαντικό σε ένα τόσο ρευστό πολιτικο-οικονομικό περιβάλλον, και θα την καταστήσει πιο ανταγωνιστική κατακτώντας νέες αγορές. Αυτό θα της έδινε, εκτός των άλλων, πολύτιμη γνώση και εμπειρία εφόσον θα μπορούσε να αναπτύξει στρατηγικές, συνεργασίες και ικανότητες ενός πραγματικά εξαγαγωγικού περιβάλλοντος που δεν είναι αυτό της Ε.Ε.  




Η γεωγραφική κατανομή των εξαγωγών της Ελλάδας





Πιο συγκεκριμένα για τα αγροδιατροφικά προϊόντα, έχουμε διαπιστώσει μέσα από μελέτη τέτοιων επιχειρήσεων, κάποιους χαρακτηριστικούς παράγοντες που αποτρέπουν την εγκατάστασή τους σε χώρες εκτός Ε.Ε.

  1. Η αδυναμία διαφοροποίησης των προϊόντων τους έναντι των ανταγωνιστών που υπάρχουν ήδη στην αγορά του εισαγωγέα. Πολλές φορές ο εξαγωγέας δεν είναι διατεθειμένος να προσαρμόσει τα προϊόντα του στις ανάγκες του πελάτη του, ή κάποιες φορές δεν γνωρίζει καν την αγορά που πρόκειται να εξάγει. Πολλές φορές τα προϊόντα πωλούνται χωρίς καμία έρευνα της αγοράς που απευθύνεται, κυρίως μέσω μεσαζώντων. Υπάρχουν περιπτώσεις που ο παραγωγός δεν γνωρίζει καν ποιοι διανέμουν και καταναλώνουν τα προϊόντα του στην αγορά που εξάγει. Δηλαδή το προϊόν δεν έχει μια ολοκληρωμένη πρόταση κάλυψης ανάγκης μια αγοράς. Σημειώστε εδώ τον παράγοντα της τεχνολογίας αλλά και των πρώτων υλών (όπως π.χ συσκευασίες) που πολλές φορές  χρειάζονται να εισαχθούν. Πολλά προϊόντα πωλούνται χύμα ενώ η πλειοψηφία τους αδυνατεί να κτίσει  δυνατά brands  στις χώρες προορισμού. 
  2. Οικονομίες κλίμακας. Περίπου το  90% των αγροδιατροφικών επιχειρήσεων είναι μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις με οικογενειακό χαρακτήρα.  Η παραγωγική τους ικανότητα και το προσδοκόμενο μερίδιο αγοράς που προκύπτει από αυτήν, δεν μπορεί να καλύψει το κόστος προσέγγισης και διατήρησης μιας απομακρυσμένης αγοράς, πολλές φορές ακόμη και εάν η αγορά απορροφούσε όλη την παραγωγή.  Τα κόστη αυτά προσδιορίζονται στα logistics αλλα και σε εξαγωγικές διαδικασίες που απαιτούν μια σημαντική επένδυση πριν από την πρώτη πώληση.  Από την άλλη και ο αγοραστής, δεν ωφελείται από την συνεργασία με πολλούς μικρούς παραγωγούς ιδιαίτερα όταν τα περιθώρια κέρδους ειναι μικρά.  
  3. Η περιορισμένη ζωή στο ράφι είναι και αυτός αποτρεπτικός παράγοντας προσέγγισης νέων αγορών. Ωστόσο αυτό ισχύει μόνο για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων, κυρίως φρέσκα φρούτα και για απομακρισμένες αγορές (όχι αναγκαστικά εκτός Ε.Ε.)
  4. Η εν γένει αντιμετώπιση των εξαγωγών από τις ελληνικές επιχειρήσεις. Οι περισσότερες έχουν στραφεί προς το εξωτερικό όχι ως μία συνειδητή στρατηγική επιλογή αλλά ως μία ανάγκη να ανακτήσουν τις χαμένες πωλήσεις τους στην Ελλάδα λόγω συρρίκνωσης της εγχώριας αγοράς. Μια τέτοια επιλογή δεν τους επιτρέπει να επενδύσουν σε χρήμα και χρόνο ώστε να προσεγγίσουν αποτελεσματικά μία νέα αγορά. 
  5. Το κόστος παραγωγής. Το κόστος αυτό καθορίζεται από την διαθέσιμη τεχνολογία, το εργατικό κόστος, το κόστος λειτουργίας (ενέργεια, νομικοί περιορισμοί, φορολογία κλπ), την πρόσβαση σε πρώτες ύλες.  Όταν αναφερόμαστε σε τρίτες χώρες το κόστος του τελικού προϊόντος επηρεάζεται επίσης σημαντικά και από την νομισματική ισοτιμία του εισαγωγέα έναντι εκείνου του εξαγωγέα.  
  6. Το κόστος ευθυγράμμισης με τα νομοθετικά και υγειονομικά standards που θέτει ο εισαγωγέας.  Μεγάλες αγορές απαιτούν ειδικούς ελέγχους και πιστοποιήσεις που είναι χρονοβόροι και κυρίως κοστοβόροι. 
  7. Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού που θα αναλάβει την προετοιμασία, την οργάνωση και την διαχείρηση αγορών με περισσότερες απαιτήσεις.  Επίσης η επιχειρηματική κουλτούρα που έχει υιοθετηθεί και τους εμποδίζει να προσαρμόσουν την δομή τους σε μία πιο εξωστρεφή οργάνωση. 



Το περιβάλλον που κινείται η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα σήμερα εκφράζεται με ένα διάγραμμα που συνοψίζει τους παράγοντες των ειδικών πλεονεκτημάτων μιας επιχείρησης (δυνατά στοιχεία μιας επιχείρησης που προέρχονται από την συνεισφορά του προσωπικού, της τεχνολογίας ή/και του εξοπλισμού που διαθέτει)  σε συνάρτηση με τα ειδικά πλεονεκτήματα της χώρας ( δυνατά στοιχεία μιας χώρας που προέρχονται από την συνεισφορά του εργατικού δυναμικού, της γεωγραφικής θέσης, των κυβερνητικών πολιτικών, των βιομηχανικών clusters κλπ.).  Με βάση την θέση μας σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να προσδιοριστεί και η στρατηγική ανάπτυξης των εξαγωγών που θα πρέπει να ακολουθήσει μια επιχείρηση. 




Πλεγμα εξαγωγικών πλεονεκτημάτων 


Οι ελληνικές επιχειρήσεις, για τους λόγους που καταδείξαμε πιο πάνω, τοποθετούνται στο σημείο (1).  ‘Εχουν ελάχιστα δυνατά στοιχεία, ίσως μόνο την πρόσβαση σε πρώτες ύλες ως ένα βαθμό. Σε επίπεδο χώρας σήμερα η Ελλάδα έχει διατηρήσει μόνο την γεωγραφική της θέση η οποία θεωρητικά θα έπρεπε να διευκολύνει σημαντικά την διανομή των προϊόντων της. Επιπλέον η ιστορία της η οποία θα μπορούσε να χρησιμποιηθεί αποτελεσματικότερα για το κτίσιμο ενός δυνατού εξαγωγικού brand. 

Οι επιχειρήσεις που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία χαρακτηρίζονται ως μη αποτελεσματικές, χωρίς συγκεκριμένη στρατηγική που αγωνίζονται να επιβιώσουν.  Οι επιχειρήσεις αυτές στερούνται πλεονεκτήματα που προκύπτουν από τις ίδιες ή από την χώρα τους.  Πρόκειται συνήθως για τοπικές μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις με μικρή διεθνή έκθεση.  Οι επιχειρήσεις αυτές έχουν δύο μόνο επιλογές: είτε να εγκαταλείψουν την αγορά είτε να αναδιαμορφωθούν. 



ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ


Είναι σημαντικό η Ελλάδα να αναπτύξει τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, ώστε να δημιουργήσει διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα. Ένα θετικό εμπορικό ισοζύγιο όπου θα της εξασφαλίσει εισερχόμενο πλούτο ο οποίος θα πρέπει να επενδυθεί στην περαιτέρω ανάπτυξη της οικονομίας.  Στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η οικονομία και η κοινωνία της Ελλάδας το πρόβλημα έχει λάβει ένα πολυδιάστατο χαρακτήρα, ο οποίος απαιτεί ολικό επανασχεδιασμό των σχέσεων κράτους, επιχειρήσεων και κοινωνίας. Στόχος θα πρέπει να είναι η εξάλειψη των ελλειμάτων ανταγωνιστικότητας που προκύπτουν από τα στοιχεία που αναφέρθηκαν αλλά και την ανάκτηση των μοναδικών της πλεονεκτημάτων σε επίπεδο χώρας και επιχειρήσεων. 

Οι προτάσεις που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ξεφεύγουν από εκείνες που μπορεί να αναζητήσει κάποιος στην βιβλιογραφία, εξαιτίας των πρωτόγνωρων χαρακτηριστικών που παρουσιάζει η ελληνική πραγματικότητα σήμερα.  Η υλοποίηση των προτεινόμενων λύσεων προϋποθέτουν τον ολικό επαναπροσδιορισμό (total reenginiring) των δομών που θα τις υποστηρίξουν, δηλαδή του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, του κράτους και της κοινωνίας. 

  1. Ανάπτυξη της εγχώριας ζήτησης. Οι περισσότερες επιχειρήσεις “ωθούνται” στις εξαγωγές επείδή έχουν χάσει σημαντικά μερίδια της ζήτησής τους στην Ελλάδα. Η φυσική πορεία μιας εξαγωγικής επιχείρησης είναι να έχει κατακτήσει πρώτα την τοπική αγορά πριν απευθυνθεί στο εξωτερικό. Είναι σημαντικό να ενισχυθεί η εγχώρια ζήτηση η οποία θα χρηματοδοτήσει τις επιχειρήσεις να προσεγγίσουν πιο αποτελεσματικά τις αγορές του εξωτερικού, αλλά και θα επιφέρει περισσότερα έμεσα οφέλη στις ίδιες και στην κοινωνία. 
  2. Η οργάνωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε clusters με σκοπό τις εξαγωγές αλλά και και την μείωση του κόστους παραγωγής μέσα από οικονομίες κλίμακας και όχι μόνο. Τα οφέλη από μία τέτοια οργάνωση είναι ποικίλα και έχουν καταγραφεί εδώ. 
  3. Η στοχευμένη υποστήριξη των εξαγωγικών επιχειρήσεων από το κράτος με προσαρμογή της δημοσιονομικής πολιτικής, των εργασιακών σχέσεων, της εξωτερικής πολιτικής και των σχέσεων τους με το τραπεζικό σύστημα.  Μία εθνική κυβερνητική πολιτική, υποστηρικτική προς τις εγχώριες επιχειρήσεις με έμφαση στις εξαγωγικές είναι απαραίτητη. Εργαλεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει είναι ενδεικτικά: η υποτίμηση του νομίσματος* (*δεν είναι εφικτό όσο η Ελλάδα βρίσκεται στο Ευρώ), χαμηλή φορολογία για εξαγωγικές επιχειρήσεις, χρηματοδοτικές διευκολύνσεις, ρύθμιση εργασιακών σχέσεων που να ενισχύουν την πρστιθέμενη αξία και να μειώνουν το κόστος μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας , εφαρμογή προστατευτικής πολιτικής για τα εγχώρια προϊόντα.  *Τα πιο συνήθη εργαλεία για την αποθάρρυνση των εισαγωγών, η υποτίμηση του νομίσματος, ποσοστώσεις, δασμοί κλπ. Η μείωση των εισαγωγών εκτός από την βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας θα δημιουργήσει μία σειρά από άλλες θετικές συνέπειες στο ελληνικό επιχειρηματικό περιβάλλον. Νέες επιχειρήσεις, ελληνικές ή αλλοδαπές που θα επενδύσουν στην Ελλάδα,  θα δημιουργηθούν για να καλύψουν το κενό των εισαγώμενων προϊόντων, οι ελληνικές επιχειρήσεις  που θα ωφεληθούν από την έλλειψη των αλλοδαπών ανταγωνιστών τους και θα τους βοηθήσει να αναπτυχθούν και να ξεκινήσουν ή να εντατικοποιήσουν τις εξαγωγές τους.  Σε μία ιδανική κατάσταση η Ελλάδα θα μπορούσε να εισάγει μόνο πρώτες ύλες στις οποίες δεν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση. 
  4. Διακοπή της κατασπατάλησης πόρων και επιδίωξη αξιοποιήση τους στην παραγωγική διαδικασία. Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα εκείνα των μνημονίων, γίνεται μια χωρίς λογική κατασπατάληση πόρων τόσο φυσικών όσο και ανθρώπινων. Γεωργικές εκτάσεις απαξιώνονται, καλλιέργειες ξηλώνονται, δομές κλειδιά ξεπουλώνται (λιμάνια, αεροδρόμια), τουριστικά φιλέτα και νησιά σχεδόν χαρίζονται, και όλα τα φυσικά πλεονοκτήματα που έχουμε ως χώρα παραδίδονται εκτός ελέγχου του κράτους. Οι ανθρώπινοι πόροι, ένα άλλο καθοριστικό στοιχείο ανάπτυξης, απαξιώνεται. Νέοι αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό, εκείνοι που μένουν είναι απενεργοποιημένοι, οι εξειδικευμένες γνώσεις τους δεν αξιοποιούνται, και το εργατικό δυναμικό μένει εκτός παραγωγικής διαδικασίας. Μία χώρα πλούσια σε πόρους που δεν τους αξιοποιεί για την ανάπτυξή της, είναι μια μη ελεύθερη χώρα. Είναι επιτακτική ανάγκη η επανεκκίνηση της παραγωγικής διαδικασίας αλλά και η στρατολόγηση όλων των πόρων που διαθέτουμε σε αυτή.  Η αξιοποίηση της εξειδικευμένης γνώσης των ανθρώπινων πόρων, τόσο σε επιστημονική γνώση όσο και σε εμπειρική γνώση σε συνδυασμό με την πρόσβαση μας σε μοναδικούς φυσικούς πόρους μπορούν να προσθέσουν σημαντικότατη προστιθέμενη αξία στα ελληνικά (ιδιαίτερα διατροφικά) προϊόντα, δημιουργώντας ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αυτό μπορεί να δώσει στην Ελλάδα το πλεονέκτημα της παραγωγής και εξαγωγής προϊόντων βασισμένο στην ποιότητα του εργατικού δυναμικού και όχι στην ποσότητα (π.χ. Κίνα). 



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ


Ξεκινώντας την έρευνά μου, αναζήτησα στο Google την λέξη “ανταγωνιστικότητα” και το αποτέλεσμα που εμφανιστηκε ήταν η οθόνη. 

Η ελληνική κοινωνία - κράτος βρίθει από προγράμματα για την ανταγωνιστικότητα. Η πρώτη σελίδα είναι γεμάτη από αυτά. Για να υπάρχουν τόσες ευκαιρίες, να ξοδεύονται τόσα GBs που αναφέρονται στην ανταγωνιστικότητα, θα έπρεπε λογικά να υπήρχε κάποιο αποτέλεσμα. Τόσοι πόροι, τόσοι οργανισμοί, τόσες δράσεις… Τι γίνονται όλες αυτές οι προσπάθειες και ποιο το αποτύπωμά τους στην επιχειρηματικότητα και τελικά στην οικονομία; Η προσωπική μου εμπειρία και έρευνα δίνει την απάντηση. Όμως αυτό που έχει σημασία είναι η εξήγηση των φορέων που καταναλώνουν αυτούς τους πόρους. 






George Gkekas | International Business Development

Πηγές:
European Competitiveness Report
theglobalist
businessdictionary.com
stluciancpc.org
atlas.media.mit.edu
statistics.gr
έρευνα  fooditerranean
google

No comments:

Post a Comment